Νικόλαος Παρασκευόπουλος – Πρόληψη εξαρτήσεων: Σύνθετες λύσεις για σύνθετα προβλήματα

Σε μια πλατεία του κέντρου της πόλης μου, στη Θεσσαλονίκη, είχε δημιουργηθεί σταδιακά μια πιάτσα διακίνησης ναρκωτικών. Οι περίοικοι, με το δίκιο τους, διαμαρτύρονταν προς την Αστυνομία. Οι αλλεπάλληλες επεμβάσεις της τελευταίας, όντως, οδήγησαν στην εξαφάνιση της πιάτσας. Τι συνέβη, όμως, στη συνέχεια;

Η πιάτσα απλώς μεταφέρθηκε αλλού, σε άλλη πλατεία. Η ιστορία επαναλήφθηκε. Μετά από δυο-τρεις μετακινήσεις της διωκόμενης πιάτσας, αυτή ξαναβρέθηκε στον αρχικό τόπο. Και ούτω καθεξής.

Όσοι προσπάθησαν να συζητήσουν και αντιμετώπισαν το πρόβλημα με ψυχραιμία συμφώνησαν ομόφωνα σε μια θέση: Ότι η ποινική καταστολή από μόνη της είναι ανεπαρκής για την ανάσχεση της διάδοσης των ναρκωτικών και ότι επομένως αυτό που πρέπει να προτάσσεται είναι η πρόληψη. Την καθημερινή ομοφωνία εν τω μεταξύ για τη σημασία και τη βαρύτητα της προληπτικής πολιτικής έρχονται να ταράξουν οι έρευνες και οι ανησυχίες των ειδικών: Προκύπτει από αυτές ότι η ενημέρωση και η σαφής πληροφόρηση για τις ιδιότητες και τους κινδύνους των ναρκωτικών δεν εμφανίζουν αποτελεσματικότητα.

Δεκαετίες ολόκληρες όμως η προληπτική πολιτική στηρίζεται στην ενημέρωση. Υπάρχει άραγε κάποια άλλη μέθοδος, δοκιμασμένη και επιτυχής; Οι παραπάνω απορίες και τα εμπόδια δημιουργούν αρχικά την εντύπωση ότι όσοι πασχίζουν να αναχαιτίσουν τη διάδοση των ναρκωτικών ματαιοπονούν.

Στην πραγματικότητα τα αδιέξοδα προκύπτουν στη διαδρομή μόνο των μονομερών, αποσπασματικών και απλουστευμένων προγραμμάτων. Όπως είναι ολοφάνερο, αυτό συμβαίνει εξαιτίας ακριβώς αυτής της μονομέρειας και της αναποτελεσματικότητάς τους. Προφανώς, η λύση του σύνθετου προβλήματος πρέπει να αναζητηθεί με εξίσου σύνθετες προσεγγίσεις, τόσο στο πεδίο της πρόληψης όσο και σε αυτό της καταστολής. Με συνδυασμένη καταπολέμηση τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης και με διάφορες επιστημονικές αφετηρίες.

Η κατάχρηση ναρκωτικών είναι πραγματικά ένα φαινόμενο με μακραίωνο παρελθόν και με πολλές πτυχές. Επομένως είναι φυσικό πολλές επιστήμες να προσφέρουν σήμερα γνώσεις και εργαλεία για τη μελέτη του: Η ιστορία και η κοινωνική ανθρωπολογία επισκοπούν παλαιά φαινόμενα, η ψυχολογία και η ψυχιατρική τις ψυχικές καταστάσεις, ενώ επίσης αναγκαίες είναι οι παρεχόμενες γνώσεις από τα πεδία της παθολογίας, της φαρμακολογίας, της βιολογίας, της νομικής, της εγκληματολογίας, της κοινωνιολογίας και των πολιτικών επιστημών. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι οι παραπάνω επιστήμες συνθέτουν ένα ενιαίο γνωστικό πεδίο.

Χαρακτηριστικό της πολυπρισματικής θεώρησης είναι το ότι στη χώρα μας δεν έχουμε κατασταλάξει ως προς τους σχετικούς όρους. Αναφερόμαστε σε ουσίες ναρκωτικές ή εξαρτησιογόνες. Επίσης σε τοξικομανείς ή σε εξαρτημένους. Κάθε όρος χρωματίζει διαφορετικά και παραπέμπει αλλού, στην άλλη άκρη. Η τοξικομανία γλωσσικά ανάγεται στα τόξα και στις δηλητηριασμένες αιχμές τους, κινητοποιώντας τη φαρμακολογία, την ιατρική και την τέχνη του πολέμου. Η εξάρτηση ανάγεται σε σχέσεις και δεσμεύσεις, παραπέμποντας μάλλον προς την ψυχολογία και την κοινωνιολογία. Όσο για τον ακαδημαϊκό χώρο, και μάλιστα τον διεθνή, αυτός βρίσκεται σε αμηχανία. Το γνωστικό πεδίο διεκδικείται από αρκετές σχολές και κλάδους, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις μονοπωλιακά, ωστόσο δεν έχουν διαμορφωθεί ειδικά προπτυχιακά τμήματα στο πανεπιστήμιο.

Το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο: Οι ψυχολόγοι χρειάζονται γνώσεις ιατρικές ή νομικές, οι γιατροί κοινωνικές, οι νομικοί φαρμακολογικές και ούτω καθεξής. Όλοι κάτι εισφέρουν, όλοι από μόνοι τους είναι ανεπαρκείς.

Σχηματοποιώντας αφαιρετικά, σημειώνω εδώ ότι τα ναρκωτικά έχουν την ιδιαίτερη γεωγραφία και την ιστορία τους. Η Ανατολή τείνει προς τα κατασταλτικά (π.χ. τα οπιούχα), ενώ η Δύση προς τα διεγερτικά (κοκαΐνη, αμφεταμίνες κ.τ.λ.). Ο ψυχρός Βορράς προσπαθεί με τις ουσίες να αντιμετωπίσει την ανάγκη της εξωτερίκευσης και της εξωστρέφειας (π.χ. με το αλκοόλ), ο Νότος τον φόβο της μοναξιάς (π.χ. με την ηρωίνη). Κατά τις ιστορικές περιόδους, εξάλλου, συμβαίνει είτε να χρησιμεύουν τα ναρκωτικά σε επιχειρήσεις κοινωνικής ένταξης και συμμετοχής (σε τελετουργίες, σε κλειστές ομάδες, σε συμμορίες ή σε κύκλους προνομιούχων), είτε αντίθετα να εκφράζουν τάσεις φυγής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να αναγνωριστεί μάλιστα στις τελευταίες δεκαετίες. Κατά τις δεκαετίες του ʼ70 και του ʼ80, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και με άσκηση διάφορων κοινωνικών πιέσεων για συμμόρφωση σε στερεότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς, το ναρκωτικό γινόταν όχημα φυγής και απόκλισης.

Σε μια περίοδο, όμως, ανεργίας και κοινωνικών αποκλεισμών, όπως αυτή των αρχών της νέας χιλιετίας, στα ναρκωτικά επενδύονται οι προσπάθειες κοινωνικής ένταξης σε παράνομους ή νόμιμους κύκλους.

Ας είμαστε, λοιπόν, επιφυλακτικοί απέναντι σε όσους προτείνουν απλές λύσεις. Το σύνθετο πρόβλημα χρειάζεται πολλά εργαλεία για να λυθεί.


Άρθρο-τοποθέτηση του Νικόλαου Παρασκευόπουλου (Ομότ. Καθηγητή Α.Π.Θ.-Βουλευτή) για τη θεματική εβδομάδα στα σχολεία της χώρας